Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conference committee
01
επιτροπή διάσκεψης, μικτή επιτροπή
a temporary group of lawmakers from both houses of Congress that resolves differences in a bill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conference committees
Παραδείγματα
The bill was sent to the conference committee for final approval.
Το νομοσχέδιο στάλθηκε στην επιτροπή διάσκεψης για τελική έγκριση.



























