electable
e
ɪ
i
lec
ˈlɛk
lek
ta
ble
bəl
bēl
/ɪlˈɛktəbə‌l/

Ορισμός και σημασία του "electable"στα αγγλικά

01

εκλέξιμος, εκλέξιμος

having qualities that make someone likely to win an election
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most electable
συγκριτικός βαθμός
more electable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Analysts debated which policies made the candidate more electable.
Οι αναλυτές συζήτησαν ποιες πολιτικές έκαναν τον υποψήφιο πιο εκλέξιμο.

Λεξικό Δέντρο

electable
elect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store