security risk
se
sɪ
si
cu
ˈkjʊə
kyue
ri
rɪ
ri
ty
ti
ti
risk
rɪsk
risk

Ορισμός και σημασία του "security risk"στα αγγλικά

01

κίνδυνος ασφαλείας, απειλή ασφαλείας

a person who may be dangerous to a country or organization, especially if trusted with secret information 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
security risks
Παραδείγματα
They said he was a security risk. 

Είπαν ότι ήταν κίνδυνος ασφαλείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store