hard labor
hard
ˈhɑ:rd
haard
la
leɪ
lei
bor
bər
bēr
/hˈɑːd lˈeɪbə/
hard labour

Ορισμός και σημασία του "hard labor"στα αγγλικά

01

καταναγκαστική εργασία, εργασία φυλακής

a type of prison punishment that requires doing very hard physical work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The judge imposed ten years ' hard labor to deter future criminal activity.
Ο δικαστής επέβαλε δέκα χρόνια σκληρής εργασίας για να αποτρέψει τη μελλοντική εγκληματική δραστηριότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store