hard labor
hard
ˈhɑ:d
haad
la
leɪ
lei
bor
hard labour

Ορισμός και σημασία του "hard labor"στα αγγλικά

01

καταναγκαστική εργασία, εργασία φυλακής

a type of prison punishment that requires doing very hard physical work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Hard labor is very tiring. 

Η σκληρή εργασία είναι πολύ κουραστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store