launderer
Pronunciation
/ˈɫɔndɝɝ/

Ορισμός και σημασία του "launderer"στα αγγλικά

01

πλυντής χρημάτων, λεπτοπλύντης

a person who hides the illegal origin of money by making it appear legal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
launderers
Παραδείγματα
Investigators identified the launderer responsible for disguising millions in criminal profits.
Οι ερευνητές εντοπίσαν τον πλυντήριο υπεύθυνο για τη συγκαλύψη εκατομμυρίων εγκληματικών κερδών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store