Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conman
01
απατεώνας, αλάνης
a man who tricks people to get their money or valuables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conmen
Παραδείγματα
The conman stole her money.
Ο απατεώνας έκλεψε τα χρήματά της.



























