conman
con
kən
kēn
man
ˈmæn
mān
/kənmˈæn/

Ορισμός και σημασία του "conman"στα αγγλικά

01

απατεώνας, αλάνης

a man who tricks people to get their money or valuables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conmen
Παραδείγματα
The conman used sophisticated deception to defraud investors of large sums.
Ο απατεώνας χρησιμοποίησε εξελιγμένη εξαπάτηση για να απατήσει τους επενδυτές μεγάλα ποσά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store