collective noun
co
llec
ˈlɛk
lek
tive
tɪv
tiv
noun
naʊn
nawn

Ορισμός και σημασία του "collective noun"στα αγγλικά

Collective noun
01

συλλογικό ουσιαστικό, ομαδικό ουσιαστικό

(grammar) a singular noun that refers to a group of things or individuals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
collective nouns

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store