collective
co
llec
ˈlɛk
lek
tive
tɪv
tiv
correctiveperfectivesubjectiverespective

Ορισμός και σημασία του "collective"στα αγγλικά

collective
01

συλλογικός, κοινός

involving, done, or shared by all members of a group 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The collective efforts of the volunteers resulted in a successful charity event. 

Οι συλλογικές προσπάθειες των εθελοντών οδήγησαν σε μια επιτυχημένη φιλανθρωπική εκδήλωση.

02

συλλογικός, κοινός

considered as a single unit 
Παραδείγματα
The collective weight of the shipment exceeded expectations. 

Το συλλογικό βάρος της αποστολής ξεπέρασε τις προσδοκίες.

03

συλλογικός, συνεργατικός

organized on the principles of collectivism, where ownership, production, or management is shared among workers, often under governmental supervision 
Παραδείγματα
The farm operated as a collective enterprise. 

Το αγρόκτημα λειτουργούσε ως συλλογική επιχείρηση.

01

συλλογικό

a cooperative or united group of individuals, entities, or elements working together for a common purpose or interest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collectives
Παραδείγματα
The collective of artists collaborated to create a mural that reflected the diversity and unity within their community. 

Το συλλογικό των καλλιτεχνών συνεργάστηκε για να δημιουργήσει μια τοιχογραφία που αντικατοπτρίζει την πολυμορφία και την ενότητα μέσα στην κοινότητά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store