collect call
co
llect
ˈlɛkt
lekt
call
kɔ:l
kawl

Ορισμός και σημασία του "collect call"στα αγγλικά

01

τηλεφώνημα με χρέωση στον παραλήπτη, συλλογική κλήση

a phone call that the person who receives it agrees to pay for, instead of the caller 
Dialectamerican flagAmerican
reverse charge callbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collect calls
Παραδείγματα
I received a collect call from the hospital asking me to confirm an appointment. 

Έλαβα ένα τηλεφώνημα με αναστολέα από το νοσοκομείο ζητώντας μου να επιβεβαιώσω ένα ραντεβού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store