Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fooey
01
Αμάν, Ωχ
used to express mild frustration, disappointment, or annoyance
παρωχημένο
ευφημιστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She muttered, "Fooey," after spilling her tea.
Μουρμούρισε, "Ανάθεμα," αφού έριξε το τσάι της.



























