Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cockboy
01
υπάκουο αγόρι, παθητικός άνδρας
a submissive gay man, often implying passivity in sexual or social contexts
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cockboys
αρσενικό ενικό
cockboy
neutral form
submissive partner
Παραδείγματα
The cockboy deferred to his partner while picking a restaurant.
Ο cockboy υπέκυψε στον σύντροφό του κατά την επιλογή εστιατορίου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cockboy
cock
boy



























