cockboy
cock
ˈkɒk
kok
boy
bɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "cockboy"στα αγγλικά

01

υπάκουο αγόρι, παθητικός άνδρας

a submissive gay man, often implying passivity in sexual or social contexts 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cockboys
αρσενικό ενικό
cockboy
neutral form
submissive partner
Παραδείγματα
The cockboy deferred to his partner while picking a restaurant. 

Ο cockboy υπέκυψε στον σύντροφό του κατά την επιλογή εστιατορίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cockboy

cock

+

boy

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store