poofter
poof
ˈpu:f
poof
ter
ta
ta

Ορισμός και σημασία του "poofter"στα αγγλικά

01

πουστης, αδελφή

a male homosexual, usually emphasizing effeminacy 
Dialectbritish flagBritish
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
poofters
αρσενικό ενικό
poofter
neutral form
homosexual person
Παραδείγματα
The poofter laughed while telling a joke in the group. 

Ο πουστης γέλασε ενώ έλεγε ένα αστείο στην ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store