chi-chi
chi
ʧaɪʧaɪ
chaichai
chi
chichi

Ορισμός και σημασία του "chi-chi"στα αγγλικά

01

βυζιά, στήθος

the breasts of a person, often crude or objectifying 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
chi-chis
θηλυκό ενικό
chi-chi
neutral form
chest
Παραδείγματα
Don't stare at her chi-chi; it's rude. 

Μην κοιτάς τα στηθιά της· είναι αγενές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store