water-lily
wa
wɔ:
vaw
ter
li
li
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "water-lily"στα αγγλικά

01

νουφαράκι, κοινούκλα

a gay man with particularly feminine traits, appearance, or mannerisms 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
water-lilies
neutral form
water-lily
Παραδείγματα
The water-lily twirled as he walked into the room. 

Το νουφαράκι περιστράφηκε καθώς μπήκε στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store