bulldagger
bull
ˈbʊl
bool
da
gger
gɜr
gēr
/bˈʊldaɡə/

Ορισμός και σημασία του "bulldagger"στα αγγλικά

01

λεσβία προσβλητική, λεσβία γυναίκα

a lesbian woman, often used as an insult
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulldaggers
Παραδείγματα
That bulldagger carried her backpack like a champion.
Αυτή η bulldagger κουβαλούσε το σακίδιό της σαν πρωταθλήτρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store