Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulldagger
01
λεσβία προσβλητική, λεσβία γυναίκα
a lesbian woman, often used as an insult
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulldaggers
Παραδείγματα
The bullies called her a bulldagger at school.
Οι νταήδες την αποκάλεσαν bulldagger στο σχολείο.



























