bulldyke
bull
ˈbʊl
μπουλ
dyke
ˌdaɪk
νταικ

Ορισμός και σημασία του "bulldyke"στα αγγλικά

01

αρρενωπή λεσβία, μπουτς

a masculine queer woman, often implying toughness, aggression, or assertiveness 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bulldykes
neutral form
butch lesbian
Παραδείγματα
The bulldyke slammed the door and dared anyone to follow. 

Η bulldyke έκλεισε απότομα την πόρτα και προκάλεσε οποιονδήποτε να την ακολουθήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bulldyke

bull

+

dyke

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store