Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulldyke
01
αρρενωπή λεσβία, μπουτς
a masculine queer woman, often implying toughness, aggression, or assertiveness
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bulldykes
neutral form
butch lesbian
Παραδείγματα
The bulldyke slammed the door and dared anyone to follow.
Η bulldyke έκλεισε απότομα την πόρτα και προκάλεσε οποιονδήποτε να την ακολουθήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bulldyke
bull
dyke



























