Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bog queen
01
βασίλισσα των δημόσιων τουαλετών, τακτικός επισκέπτης δημόσιων τουαλετών
someone who frequents public toilets for anonymous sexual encounters
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bog queens
Παραδείγματα
He called the guy a bog queen and smirked.
Αποκάλεσε τον τύπο βασιλιά των δημόσιων τουαλετών και χαμογέλασε ειρωνικά.



























