muslime
mus
mʊz
μουζ
lime
ˈli:m
λιμ

Ορισμός και σημασία του "muslime"στα αγγλικά

01

μουσουλμάνος, μουσουλμάνα

a Muslim, used insultingly or mockingly 
πολιτισμικά ευαίσθητο
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muslimes
Παραδείγματα
That muslime shouted prayers in the street. 

Αυτός ο Μουσουλμάνος φώναζε προσευχές στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store