cross-worshipper
cross
krɒs
kros
wor
wɜ:
shi
ʃɪ
shi
pper

Ορισμός και σημασία του "cross-worshipper"στα αγγλικά

Cross-worshipper
01

σταυρολάτρης, φανατικός του σταυρού

a Christian, typically used mockingly by someone implying excessive devotion or misplaced piety 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cross-worshippers
Παραδείγματα
That cross-worshipper shouted about Jesus at the concert. 

Αυτός ο σταυρολάτρης φώναξε για τον Ιησού στη συναυλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store