assmonkey
ass
ɑ:s
aas
mon
mʌn
man
key
ki
ki
punkeypunkieskunkymonkey

Ορισμός και σημασία του "assmonkey"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a foolish, irritating, or contemptible person 
assmonkey definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assmonkeys
Παραδείγματα
Don't let the assmonkey handle equipment. 

Μην αφήνετε τον ηλίθιο να χειρίζεται τον εξοπλισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store