jizz
jizz
ʤɪz
jiz
quizbizefizzrizz

Ορισμός και σημασία του "jizz"στα αγγλικά

01

σπέρμα, σπέρμα

male reproductive fluid 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He wiped the jizz off the counter. 

Σκούπισε το σπέρμα από το πάγκο.

to jizz
01

εκσπερματώνω, χύνω

to ejaculate semen 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jizz
γ΄ ενικό πρόσωπο
jizzes
ενεστώτα μετοχή
jizzing
απλός αόριστος
jizzed
παθητική μετοχή
jizzed
Παραδείγματα
He jizzed as soon as she touched him. 

Εξήγαγε μόλις τον άγγιξε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store