Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jizz
01
σπέρμα, σπέρμα
male reproductive fluid
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The lab sample contained traces of jizz.
Το δείγμα του εργαστηρίου περιείχε ίχνη σπέρματος.
to jizz
01
εκσπερματώνω, χύνω
to ejaculate semen
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jizz
γ΄ ενικό πρόσωπο
jizzes
ενεστώτα μετοχή
jizzing
απλός αόριστος
jizzed
παθητική μετοχή
jizzed
Παραδείγματα
He could n't control himself and jizzed too early.
Δεν μπόρεσε να ελέγξει τον εαυτό του και εκσπερμάτισε πολύ νωρίς.



























