Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Queef
01
κολπική κλανιά, κολπικό αέριο
expulsion of air from the vagina
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
queefs
Παραδείγματα
He did n't understand what a queef was at first.
Δεν κατάλαβε αρχικά τι ήταν ένα κολπικό κλανίδι.
to queef
01
κλανιά από το κόλπο, κολπική κλανιά
to expel air from the vagina, producing a noise similar to flatulence
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
queef
γ΄ ενικό πρόσωπο
queefs
ενεστώτα μετοχή
queefing
απλός αόριστος
queefed
παθητική μετοχή
queefed
Παραδείγματα
It's normal to queef during certain exercises or sexual activity.
Είναι φυσιολογικό να queef κατά τη διάρκεια ορισμένων ασκήσεων ή σεξουαλικής δραστηριότητας.



























