peckerhead
peckerhead
pɛkəhɛd
πεκαχεντ

Ορισμός και σημασία του "peckerhead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, irritating, or contemptible person 
peckerhead definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peckerheads
Παραδείγματα
That peckerhead parked across two spaces. 

Αυτός ο ηλίθιος παρκάρει σε δύο θέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peckerhead

pecker

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store