mork
mork
mɔ:k
mawk
porkcorkstorkuncork

Ορισμός και σημασία του "mork"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

an annoying, foolish, or incompetent person 
mork definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
morks
Παραδείγματα
Stop being such a mork and pay attention. 

Σταμάτα να είσαι τέτοιος mork και πρόσεχε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store