Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knobgoblin
01
απεχθής άνθρωπος, ποταπός άνθρωπος
a person considered objectionable, obnoxious, or contemptible
Offensive
Slang
Παραδείγματα
That knobgoblin ruined the barbecue with his attitude.
Αυτός ο knobgoblin κατέστρεψε το μπάρμπεκιου με τη στάση του.
02
πουτσογλείφτης, εμμονικός στο στοματικό σεξ
a person, typically male, who performs oral sex excessively, often used to insult or humiliate
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knobgoblins
Παραδείγματα
That knobgoblin thinks he's irresistible.
Αυτός ο knobgoblin νομίζει ότι είναι ακαταμάχητος.



























