Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jackshit
01
τίποτα απολύτως, ούτε ένα
nothing at all
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I got jackshit done today.
Δεν έκανα τίποτα σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jackshit
jack
shit



























