gimpette
gim
gɪm
gim
pette
ˈpɛt
pet
/ɡɪmpˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "gimpette"στα αγγλικά

01

μια ανίκανη γυναίκα, μια άχρηστη γυναίκα

a woman regarded as incompetent, foolish, or useless
gimpette definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gimpettes
Παραδείγματα
She called her coworker a gimpette after messing up.
Αποκάλεσε τη συνάδελφό της gimpette αφού τα έκανε όλα χάλια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store