felcher
fel
ˈfɛl
fel
cher
ʧə
chē
squelcher

Ορισμός και σημασία του "felcher"στα αγγλικά

01

ένας φέλτσερ, ένας πρακτικός του φέλτσινγκ

a person who performs oral sex on a partner's anus to ingest semen 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
felchers
Παραδείγματα
He bragged about being a felcher to his friends. 

Κόμπιασε ότι είναι felcher μπροστά στους φίλους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

felcher
felch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store