dopehead
dope
ˈdoʊp
dowp
head
hɛd
hed
/dˈəʊphɛd/

Ορισμός και σημασία του "dopehead"στα αγγλικά

01

ανίκανος, ανίκανο άτομο

a person foolish, inept, or incompetent
dopehead definition and meaning
Disapproving
Slang
Παραδείγματα
Stop being a dopehead and listen.
Σταμάτα να είσαι ηλίθιος και άκου.
02

ναρκωμανής, τσιφλικάς

a person who regularly uses drugs, especially cannabis
Disapproving
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dopeheads
Παραδείγματα
The dopehead stumbled in with a grin.
Ο ναρκωμανής μπήκε σκοντάφτοντας με ένα χαμόγελο.

Λεξικό Δέντρο

dopehead

dope

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store