to dook
dook
dʊk
dook
dobok

Ορισμός και σημασία του "dook"στα αγγλικά

to dook
01

αποπατώ (σκοτσέζικα), κάνω ανάγκη (σκοτσέζικα)

(Scottish) to defecate 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dook
γ΄ ενικό πρόσωπο
dooks
ενεστώτα μετοχή
dooking
απλός αόριστος
dooked
παθητική μετοχή
dooked
Παραδείγματα
The dog dooked on the lawn again. 

Ο σκύλος ντουκ ξανά στο γκαζόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store