cock jockey
cock
ˈkɒk
κοκ
jo
ʤɒ
τζο
ckey
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "cock jockey"στα αγγλικά

01

τζόκεϊ πούτσων, ακόλαστος gay

a promiscuous gay male 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cock jockeys
αρσενικό ενικό
cock jockey
neutral form
promiscuous person
Παραδείγματα
That cock jockey flirted with everyone at the club. 

Αυτός ο cock jockey φλερτάρισε με όλους στο κλαμπ.

02

καβαλάρης του πέους, καβαλάρισσα του πέους

a sexually promiscuous woman 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The crowd called her a cock jockey after she danced with everyone. 

Το πλήθος την αποκάλεσε πόρνη αφού χόρεψε με όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store