bubblehead
bu
ˈbʌ
ba
bble
bəl
bēl
head
ˌhɛd
hed
bobblehead

Ορισμός και σημασία του "bubblehead"στα αγγλικά

01

άδειο κεφάλι, ηλίθιος

a person seen as stupid, empty-headed, or oblivious 
bubblehead definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bubbleheads
Παραδείγματα
That bubblehead didn't hear a word. 

Αυτός ο κούφιος δεν άκουσε ούτε λέξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store