anal invader
a
ˈæ
ā
nal
nəl
nēl
in
ɪn
in
va
veɪ
vei
der

Ορισμός και σημασία του "anal invader"στα αγγλικά

01

πρωκτικός εισβολέας, πρωκτικός διεισδυτής

a man who performs the penetrating role during anal sex with another man 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
anal invaders
αρσενικό ενικό
anal invader
neutral form
anal penetrator
Παραδείγματα
The anal invader pushed him onto the bed firmly. 

Ο πρωκτικός εισβολέας τον έσπρωξε σταθερά στο κρεβάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store