assclown
Pronunciation
/ɐsklˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "assclown"στα αγγλικά

01

ανόητος, ανίκανος

a foolish or incompetent person
assclown definition and meaning
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assclowns
Παραδείγματα
She shook her head at the assclown's incompetence.
Κούνησε το κεφάλι της μπροστά στην ανικανότητα του ηλίθιου.
02

πουστης, αδελφός

a gay man
offensive
slang
vulgar
Παραδείγματα
She whispered about the assclown's drama.
Ψιθύρισε για το δράμα του πουστή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store