assclown
ass
ɑ:s
aas
clown
klaʊn
klawn
put-downembrownrenownadnoun

Ορισμός και σημασία του "assclown"στα αγγλικά

01

ανόητος, ανίκανος

a foolish or incompetent person 
assclown definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assclowns
Παραδείγματα
The assclown tripped over the rug again. 

Ο ηλίθιος σκόνταψε ξανά στο χαλί.

02

πουστης, αδελφός

a gay man 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The assclown flirted openly with every guy at the party. 

Ο πουστης φλερτάρε ανοιχτά με κάθε άντρα στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store