cock block
cock
kɒk
kok
block
blɒk
blok

Ορισμός και σημασία του "cock block"στα αγγλικά

01

εμπόδιο σεξουαλικής ευκαιρίας, ανασταλτής ραντεβού

a person perceived as obstructing sexual opportunity 
Dialectamerican flagAmerican
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cock blocks
Παραδείγματα
That cock block refused to leave the room. 

Αυτός ο εμπόδιο αρνήθηκε να φύγει από το δωμάτιο.

to cock-block
cock
kɒk
kok
block
blɒk
blok
to cock-block
01

μπλοκάρω, εμποδίζω

to prevent someone from engaging in sexual activity, often by interfering, obstructing, or distracting them 
Dialectamerican flagAmerican
χιουμοριστικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cock-block
γ΄ ενικό πρόσωπο
cock-blocks
ενεστώτα μετοχή
cock-blocking
απλός αόριστος
cock-blocked
παθητική μετοχή
cock-blocked
Παραδείγματα
He cock-blocked me at the club by cutting in right when she leaned over. 

Με cock-block στο κλαμπ με το να διακόψει ακριβώς όταν εκείνη σκύφτηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store