Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zitface
01
πρόσωπο με σπυράκια, πρόσωπο με ακμή
a person mocked for having acne, especially on the face
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
zitfaces
Παραδείγματα
The kids teased him as zitface behind his back.
Τα παιδιά τον πείραζαν αποκαλώντας τον πρόσωπο με σπυράκια πίσω από την πλάτη του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
zitface
zit
face



























