zitface
zit
ˈzɪt
zit
face
feɪs
feis
shitface

Ορισμός και σημασία του "zitface"στα αγγλικά

01

πρόσωπο με σπυράκια, πρόσωπο με ακμή

a person mocked for having acne, especially on the face 
zitface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zitfaces
Παραδείγματα
The kids teased him as zitface behind his back. 

Τα παιδιά τον πείραζαν αποκαλώντας τον πρόσωπο με σπυράκια πίσω από την πλάτη του.

Λεξικό Δέντρο

zitface

zit

+

face

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store