zitface
zit
ˈzɪt
zit
face
feɪs
feis
/zˈɪtfeɪs/

Ορισμός και σημασία του "zitface"στα αγγλικά

01

πρόσωπο με σπυράκια, πρόσωπο με ακμή

a person mocked for having acne, especially on the face
zitface definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zitfaces
Παραδείγματα
Being known as zitface ruined his confidence.
Το να είναι γνωστός ως zitface κατέστρεψε την αυτοπεποίθησή του.

Λεξικό Δέντρο

zitface

zit

+

face

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store