Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yapper
01
φλύαρος, κουβεντολόγος
a person who talks excessively, often without saying anything useful
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yappers
Παραδείγματα
That yapper hasn't taken a breath since noon.
Αυτός ο φλύαρος δεν έχει πάρει ανάσα από το μεσημέρι.
Λεξικό Δέντρο
yapper
yap



























