yapper
ya
ˈjæ
pper
pa
pa
mapperzappercrapperslapper

Ορισμός και σημασία του "yapper"στα αγγλικά

01

φλύαρος, κουβεντολόγος

a person who talks excessively, often without saying anything useful 
yapper definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yappers
Παραδείγματα
That yapper hasn't taken a breath since noon. 

Αυτός ο φλύαρος δεν έχει πάρει ανάσα από το μεσημέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store