yarmulke
yar
ˈjɑ:
yaa
mul
mʊl
mool
ke
yarmelke

Ορισμός και σημασία του "yarmulke"στα αγγλικά

01

γιαρμούλκα, κιπά

a small skullcap worn by Jewish men, especially during prayer or religious events 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yarmulkes
Παραδείγματα
He always wears a yarmulke at the synagogue. 

Φοράει πάντα μια κιπά στη συναγωγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store