Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yarmulke
01
γιαρμούλκα, κιπά
a small skullcap worn by Jewish men, especially during prayer or religious events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yarmulkes
Παραδείγματα
He always wears a yarmulke at the synagogue.
Φοράει πάντα μια κιπά στη συναγωγή.



























