yarmulke
yar
ˈjɑr
yaar
mul
ˌməl
mēl
ke
/jˈɑːmʌlk/

Ορισμός και σημασία του "yarmulke"στα αγγλικά

01

γιαρμούλκα, κιπά

a small skullcap worn by Jewish men, especially during prayer or religious events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yarmulkes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store