Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Window licker
01
γλειφτράς παραθύρων, γλειφτράς τζαμιών
a person portrayed as intellectually disabled
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
window lickers
Παραδείγματα
The school bully screamed window licker at him for tripping.
Ο σχολικός νταής φώναξε διανοητικά καθυστερημένος σε αυτόν γιατί σκόνταψε.
LanGeek



























