Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Underperson
01
υποάνθρωπος, κατώτερος
a person treated as inferior, less than human, or unworthy of basic respect
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
underpersons
Παραδείγματα
She refused to be talked down to as an underperson.
Αρνήθηκε να της μιλάνε με υπεροψία σαν σε υποπρόσωπο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
underperson
person



























