stinkhole
stink
ˈstɪnk
stink
hole
hoʊl
howl
/stˈɪŋkhəʊl/

Ορισμός και σημασία του "stinkhole"στα αγγλικά

01

βρωμιάρης, αηδιαστικός τύπος

a person regarded as filthy, disgusting, or repulsive
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stinkholes
Παραδείγματα
The stinkhole laughed while ruining the food.
Το βρωμερό τρύπα γέλασε ενώ κατέστρεφε το φαγητό.

Λεξικό Δέντρο

stinkhole

stink

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store