stinkhole
stink
ˈstɪnk
stink
hole
həʊl
hewl
sinkhole

Ορισμός και σημασία του "stinkhole"στα αγγλικά

01

βρωμιάρης, αηδιαστικός τύπος

a person regarded as filthy, disgusting, or repulsive 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stinkholes
Παραδείγματα
That stinkhole left the bathroom in ruins. 

Αυτή η βρωμερή τρύπα άφησε το μπάνιο σε ερείπια.

Λεξικό Δέντρο

stinkhole

stink

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store