shitball
shit
ˈʃɪt
shit
ball
bɔ:l
bawl

Ορισμός και σημασία του "shitball"στα αγγλικά

01

σκατόμπαλα, κάθαρμα

a person regarded as worthless or despicable 
shitball definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitballs
Παραδείγματα
That shitball trashed the place. 

Αυτός ο άχρηστος κατέστρεψε τον τόπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store