scuzzoid
scu
ˈskʌ
σκα
zzoid
zɔɪd
ζοϊντ
schizoid

Ορισμός και σημασία του "scuzzoid"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός τύπος, αποκρουστική προσωπικότητα

a person characterized as sleazy, creepy, or socially repellent 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scuzzoids
Παραδείγματα
That scuzzoid kept staring without blinking. 

Αυτός ο scuzzoid συνέχιζε να κοιτάζει χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store