Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scuddle butt
01
καταλαλιάς, φλύαρος
a person who gossips excessively or behaves foolishly
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuddle butts
Παραδείγματα
Everyone rolled their eyes at the scuddle butt.
Όλοι γύρισαν τα μάτια τους στον κουτσομπόλη.



























