scuddle butt
scu
ˈskʌ
ska
ddle
dəl
dēl
butt
bʌt
bat

Ορισμός και σημασία του "scuddle butt"στα αγγλικά

01

καταλαλιάς, φλύαρος

a person who gossips excessively or behaves foolishly 
scuddle butt definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuddle butts
Παραδείγματα
That scuddle butt spread the rumor in five minutes. 

Αυτός ο φλύαρος ανόητος εξάπλωσε τη φήμη σε πέντε λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store