scuddle butt
scu
ˈskʌ
ska
ddle
dəl
dēl
butt
bʌt
bat
/skˈʌdəl bˈʌt/

Ορισμός και σημασία του "scuddle butt"στα αγγλικά

01

καταλαλιάς, φλύαρος

a person who gossips excessively or behaves foolishly
scuddle butt definition and meaning
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuddle butts
Παραδείγματα
Everyone rolled their eyes at the scuddle butt.
Όλοι γύρισαν τα μάτια τους στον κουτσομπόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store