saprophyte
sap
ˈseɪp
seip
ro
rə
rē
phyte
ˌfaɪt
fait

Ορισμός και σημασία του "saprophyte"στα αγγλικά

01

σαπρόφυτο, παράσιτο

a person living off decay, waste, or exploiting others without contributing 
saprophyte definition and meaning
αποδοκιμαστικό
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saprophytes
Παραδείγματα
That saprophyte leeches off everyone's work. 

Αυτός ο σαπρόφυτος εκμεταλλεύεται τη δουλειά όλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store