Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Saprophyte
01
σαπρόφυτο, παράσιτο
a person living off decay, waste, or exploiting others without contributing
αποδοκιμαστικό
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saprophytes
Παραδείγματα
That saprophyte leeches off everyone's work.
Αυτός ο σαπρόφυτος εκμεταλλεύεται τη δουλειά όλων.



























